Η τριλογία του ιδιώνυμου
ΜΕΡΟΣ Α'
Σκηνή Ι
Ο Ταΰγετος, επιβλητικός και χιονισμένος. Το ημερολόγιο δείχνει ότι απομένουν δέκα μέρες για τα Χριστούγεννα. Η πόλη της Τρίπολης παγωμένη, με το θερμόμετρο να δείχνει μηδέν. Όμορφα όμως στολισμένη. Κίνηση λιγοστή.
Στο πέταλο του "Θεόδωρος Κολοκοτρώνης" μια παρέα παιδιών συζητούν για το παιχνίδι που θα ξεκινήσει σε λίγα λεπτά. Αστέρας Τρίπολης - ΟΦΗ. Είναι πέντε άτομα στην παρέα, όλα τους δεν είχαν πάει καν στο δημοτικό όταν ο Αστέρας Τρίπολης ανέβηκε για πρώτη φορά στην Α' Εθνική. Είχαν ενθουσιαστεί τότε και μαζί με τους γονείς τους επισκέπτονταν τακτικά το γήπεδο της αρκαδικής πρωτεύουσας. Αγάπησαν την ομάδα της πόλης τους και προτίμησαν να στηρίζουν αυτή και όχι τους μεγάλους της Αθήνας. Ο πιο παθιασμένος από όλους, ο Κώστας κάθεται σκεπτικός. Όχι αυτή τη φορά δε σκέφτεται κάτι για τον αγώνα, ούτε έχει κάποιο ιδιαίτερο προσωπικό πρόβλημα. Απλά το ήξερε...
Το ήξερε ότι δεν πρέπει να πάει γήπεδο σήμερα. Ένιωθε κρυάδες από χθες, η παγωνιά τον έχει τσακίσει. Έχει σφίξει τα πόδια του που τρέμουν, ώστε να μη γίνεται αντιληπτός από τους άλλους. Έχει βάλει τα χέρια του βαθιά μέσα στις τσέπες. Είναι καλά ντυμένος, φοράει και κασκόλ στο λαιμό. Όμως ο Ταΰγετος είναι δύσκολος αντίπαλος. Οι ριπές ανέμου που στέλνει στην πόλη του, τον τρυπούν, τον ανατριχιάζουν. Παγωμένος ξερός αέρας. Νιώθει την κουκούλα του φούτερ του να κάθεται κάτω από τον αυχένα του. Μια κίνηση είναι το ξέρει. Γρήγορη κίνηση. Θα βγάλει τα χέρια από τις τσέπες για 2 δευτερόλεπτα, θα τραβήξει πάνω την κουκούλα, θα τη σφίξει καλά γύρω από το κεφάλι του, ώστε να αρχίσει να νιώθει πάλι τα αυτιά του, τα οποία παγωμένα και κατακόκκινα έχουν αρχίσει να τον πονάνε απελπιστικά.
Κι άλλη ριπή ανέμου. Ανατριχίλα, παγωνιά.
Κοιτάζει αριστερά δεξιά με φόβο. Βγάζει όσο πιο γρήγορα μπορεί τα χέρια του από τις τσέπες και σηκώνει την κουκούλα του φούτερ. Το βαμβακερό εσωτερικό ύφασμα αγκαλιάζει με στοργή τα αυτιά του. Παίρνει βαθιά ανάσα, τώρα ναι αισθάνεται καλύτερα. Σηκώνεται πάνω, οι ομάδες μπαίνουν στον αγωνιστικό χώρο.
-"Γερά ρε ομαδάρα", αναφωνεί.
Σκηνή ΙΙ
Ο Στέλιος περπατά γρήγορα μέχρι το σουβλατζίδικο. Παγωνιά παντού. Σκέφτεται τον πατέρα του που του έλεγε ότι θα βάλει βύσμα για να πάει το παιδί στην Τρίπολη φαντάρος, "μη σε στείλουνε σε κανά Έβρο και παγώσεις". Που να ήξερε τι σημαίνει Δεκέμβριος στην Τρίπολη... Παραγγέλνει και περιμένει απ' έξω λίγα λεπτά χαζεύοντας στο κινητό. Ευτυχώς του έχει μείνει η λαιμουδιέρα από πέρυσι που δούλευε ντελίβερι. Την έχει εκτιμήσει όσο δεν πάει από τότε που ήρθε στην Τρίπολη. Τη φορά μέχρι πάνω από τη μύτη, ίσα ίσα ξεχωρίζουν από πάνω τα μάτια του, ακολουθεί πιο πάνω η κουκούλα του παλτού του. Παίρνει τα σουβλάκια, πληρώνει, φεύγει καρφί για ένα ταξί που θα τον πάει στο στρατόπεδο. Περνάει μπροστά του ένα περιπολικό, ακολουθεί κι άλλο από πίσω. Παίρνουν το δρόμο προς το γήπεδο.
-"Θα παίζει ο Αστέρας", σκέφτεται.
Σκηνή ΙΙΙ
Έχοντας αφαιρέσει λαιμουδιέρα και κουκούλα ο Στέλιος απολαμβάνει τα σουβλάκια μπροστά στο καλοριφέρ του θαλάμου. Πιο πέρα κάποιοι κοιμούνται, κάποια γελούν, κάποιοι τσακώνονται. Τρώει και κοιτάζει από το παράθυρο στο βάθος τον Ταΰγετο.
Σκηνή ΙV
Το πιο βαρετό 0-0 που θυμάται στην ζωή του είναι μόλις τελικό. Ο Κώστας δεν έχει όρεξη για κουβέντες. Σίγουρα έχει πυρετό. Φεύγει καρφί για το σπίτι. Βγαίνει βιαστικά από το γήπεδο. Την ώρα που πάει να πάρει το κινητό του και να καλέσει τη μάνα του να δει αν έχει αντιπυρετικά στο σπίτι ή πρέπει να πάει στο φαρμακείο, ακούει μια φωνή.
-"Έλα εδώ ρε μουνόπανο".
Σαστίζει. Κοιτάζει απορημένα. Ο ήχος της μηχανής τον ανατριχιάζει περισσότερο από το κρύο. Το μπλε φως πέφτει διακοπτόμενα στο πρόσωπο του.
-"Ποιος είσαι εσύ ρε πούστη; Έχεις ταυτότητα;"
Κάτι ψελλίζει, αλλά είναι αργά. Μόλις το συνειδητοποίησε, κόμπιασε, τα έχασε.
Ακούει τον οδηγό της μηχανής, να φωνάζει περιπολικό στον ασύρματο. Σηκώνει το χέρι αργά και αγγίζει την κουκούλα του.
Στο βάθος ο Ταΰγετος στέλνει ακόμα μια παγωμένη ριπή αέρα.
Τη στιγμή που τον βάζουν στο περιπολικό μια λέξη στροβιλίζεται στο μυαλό του.
"Ιδιώνυμο."
ΜΕΡΟΣ Β'
Σκηνή Ι
Ο "Ζεν" έχει υπερένταση. Αντίθετα με το παρατσούκλι που του έχουν κολλήσει εδώ και χρόνια οι συνοπαδοί του, πολλές φορές νιώθει νευρικός. Μια από αυτές είναι τώρα. Έχει περάσει τα τριάντα, αλλά νιώθει αρκετά μεγαλύτερος. Η φωνή του είναι βραχνή, από τα συνθήματα που έχουν προηγηθεί. Προσπαθεί να το καταπολεμήσει με μπύρες και τσιγάρο για ακόμα μια φορά. Γύρω του γνώριμες φάτσες, χαβαλές, πειράγματα. Ούτε δέκα άτομα δεν έμειναν στο παρκάκι έξω από το γήπεδο μετά το τέλος του αγώνα, οι περισσότεροι έφυγαν. Νιώθει ανεξήγητη εγρήγορση. Το έχει ξανανιώσει και αν και δεν είναι φίλος του μεταφυσικού, έχει εμπιστοσύνη στις αισθήσεις του. Κι αυτές κάτι προσπαθούν να του πουν. Κοιτάζει γύρω γύρω, προσπαθεί να ακούσει.
-"Σκάστε όλοι τώρα!!", ακούει τη φωνή του να διατάζει τους υπόλοιπους. Ένας ή δύο πάνε κάτι να πουν, με μια κίνηση του χεριού τους το ξεκόβει. Σηκώνεται αργά όρθιος. Εξατμίσεις, ούτε πολύ μακριά, ούτε πολύ κοντά. Κοιτάζει γύρω του και παίρνει ένα μπουκάλι μπύρας που βρίσκει πρόχειρα.
Οι υπόλοιποι καταλαβαίνουν. Κοιτάζονται. Μετριούνται.
Από την κατηφόρα απέναντι έρχονται. Να τοι.
"Ελάτε ρε πουτάνες!!!", ακούει τις κραυγές. Του παίρνει πολύ λίγο να συνειδητοποιήσει ότι δεν υπάρχει λόγος για φόβο. Τους έχει.
Το ντου κρατάει λίγο. Οι αντίπαλοι κατάλαβαν ότι δεν μπορούν, πέταξαν ότι κρατούσαν και έφυγαν. Οι παλμοί του αρχίζουν να επανέρχονται στο κανονικό όταν βλέπει τους δελτάδες να φτάνουν από το πουθενά. Πέφτουν πάνω του σαν σκυλιά την ώρα που όλοι σκορπάνε προς όλες τις κατευθύνσεις, πως την πάτησε έτσι, τον πετούν κάτω και τον δένουν. Το μπουκάλι μπύρας που έχει ακόμα στο χέρι του παίρνεται σαν πειστήριο από τα όργανα της τάξεως. Τους ακούει στον ασύρματο να καλούν περιπολικό.
Σκηνή ΙΙ
Έχουν τσακωθεί και άλλες φορές αλλά τώρα είναι πιο άσχημα τα πράγματα. Ο Χασάν νιώθει οργή. Δουλεύει 4 μήνες στο χρωματοπωλείο της γειτονιάς και με το ζόρι έχει πληρωθεί δέκα μεροκάματα. Ο κυρ-Μανώλης, το αφεντικό βγάζει αφρούς, βρίζει χυδαία, τον διώχνει με κλωτσιές. Στη στροφή φαίνεται ένα περιπολικό, τη στιγμή που ο Χασάν δέχεται ακόμα μια κλωτσιά από τον κυρ-Μανώλη.
Το περιπολικό σταματάει. Πίσω κάθεται δεμένος ένας άνθρωπος στην ηλικία του Χασάν. Κοιτάζει θυμωμένος, ο Χασάν καταλαβαίνει ότι ο τύπος νιώθει την ίδια οργή με αυτόν. Όλα γίνονται πολύ γρήγορα. Χωρίς να καταλάβει το πως και το γιατί ο Χασάν βρίσκεται δεμένος στο πίσω κάθισμα ενός δεύτερου περιπολικού που ήρθε για ενίσχυση.
Σκηνή ΙΙΙ
Στο κρατητήριο ο Χασάν κοιτάζει το πάτωμα κλαίγοντας. Πιο δίπλα ο "Ζεν" προσπαθεί να ακούσει τι γίνεται στο γραφείο του αξιωματικού. Όλα έμοιαζαν μπερδεμένα μέχρι πριν από λίγο, τώρα όμως αρχίζει και τα ξεκαθαρίζει. Αρκούν μερικές σκόρπιες λέξεις που πιάνει για να καταλάβει. "Αθλητικής βίας", "τη γάμησε", "χωρίς αναστολή". Γέλια, πανηγύρια, χαρές.
Σκηνή IV
Ο Χασάν ενημερώνεται από το δικηγόρο που του έστειλαν για τις διαδικασίες της απέλασης. Κοιτάζει έκπληκτος, προσπαθεί να μιλήσει μα ο δικηγόρος τον διακόπτει συνεχώς. Του εξηγεί ότι πρέπει να αισθάνεται τυχερός γιατί ο κυρ-Μανώλης έκανε πίσω και δεν του έκανε μήνυση για κλοπή, όπως είχε σκοπό στην αρχή. Ποια κλοπή, ποια μήνυση; Δεν καταλαβαίνει.
Πιο δίπλα ο δικηγόρος του "Ζεν", του εξηγεί τη δική του κατάσταση. Σίγουρη φυλάκιση. Γιατί, πως, δε γίνεται να πάει φυλακή χωρίς καν να έχει πλακωθεί με κάποιον. Ο δικηγόρος τον κοιτάζει ανήμπορος να εξηγήσει κάτι περισσότερο από μια λέξη που λύνει τη συζήτηση:
"Ιδιώνυμο".
ΜΕΡΟΣ Γ'
Σκηνή Ι
Ξαπλωμένος στο κρεβάτι με το τάμπλετ στα χέρια, ο Γιάννης νιώθει μεγάλη βαρεμάρα. Στα αυτιά του παίζει ηλεκτρονική μουσική προηγούμενων δεκαετιών. Του αρέσει, γενικά είναι λάτρης του ρετρό. Έχει σαν πρότυπο τον πατέρα του, τον Δημήτρη. Έχει ψάξει όλα τα αγαπημένα του τραγούδια, έχει δει παλιές του φωτογραφίες από τότε που αυτός ήταν 20-30 χρονών, προσπαθεί να ντύνεται σαν αυτόν, να κουρεύεται σαν αυτόν, αν και μοιάζουν ξεπερασμένα όλα αυτά για το 2040. Έχει στο δωμάτιο του φωτογραφίες από τον πατέρα του με τους φίλους του, σε κερκίδες γηπέδων, λεωφορεία, και έξω από ένα κτίριο με ένα μεγάλο πάνθηρα ζωγραφισμένο και ένα εξώφυλλο δίσκου του Bob Marley, που τόσο πολύ γουστάρει να ακούει, ειδικά το καλοκαίρι στην παραλία.
Στο τάμπλετ διαβάζει το μάθημα της ιστορίας. Βαρετό. Έχουν φτάσει στο κεφάλαιο με τα μεγάλα πολιτικά γεγονότα των τελευταίων ετών του προηγούμενου αιώνα. Τα ξέρει απ' έξω όλα, του τα έχει πολλές φορές ο πατέρας του. Διαβάζει για ένα πολιτικό κόμμα που υπήρχε τότε, αλλά απαγορεύτηκε και σταμάτησε να υπάρχει το μακρινό 1991, τότε που ο πατέρας του δεν είχε πάει ακόμα σχολείο.
Τότε, όπως διαβάζει στο τάμπλετ, αυτό το κόμμα ήταν κυβέρνηση και προσπαθούσε να κάνει μια μεταρρύθμιση, όπως την είχε βαφτίσει, στο εκπαιδευτικό σύστημα. Οι αντιδράσεις από την κοινότητα μαθητών, καθηγητών ήταν τεράστιες. Έγιναν καταλήψεις, πορείες, διαμαρτυρίες. Με το μυαλό του κάνει εικόνες πως θα ήταν να συμμετείχε κι αυτός σε αυτές. Ένα βράδυ μια ομάδα στελεχών του κόμματος, μπήκε με λοστούς σε ένα σχολείο και επιτέθηκε στους μαθητές που διαμαρτύρονταν, μετά από εντολή ανώτερων του κόμματος. Ένας καθηγητής, του οποίου η φωτογραφία υπάρχει πιο κάτω, μπήκε μπροστά για να σώσει τους μαθητές του. Οι τραμπούκοι εισβολείς έπεσαν πάνω του σαν αγέλη λύκων και τον χτύπησαν άσχημα. Λίγες ώρες αργότερα έχανε τη μάχη και περνούσε στην αθανασία...
Φυσικά ξέρει το όνομα του, Νίκος Τεμπονέρας, άλλωστε πόσες πλατείες και πόσοι δρόμοι στην Ελλάδα έχουν το όνομα του, ώστε να μην ξεχαστεί ποτέ το φρικιαστικό αυτό γεγονός. Διαβάζει πιο κάτω για την παρέμβαση της δικαιοσύνης και όσα ακολούθησαν. Οι δολοφόνοι πήγαν φυλακή και έμειναν μέσα ισόβια. Στην ανακριτική διαδικασία αποδείχθηκε η εμπλοκή στελεχών όλων των βαθμίδων του κόμματος. Το κόμμα θεωρήθηκε από τη δικαιοσύνη εγκληματική οργάνωση και με συνοπτικές διαδικασίες βγήκε εκτός νόμου και σταμάτησε να υπάρχει. Ο τότε πρωθυπουργός και πρόεδρος του κόμματος, ένας Μητσοτάκης, βέβαια δεν κατηγορήθηκε, καθώς δεν βρέθηκαν στοιχεία άμεσης εμπλοκής του, η οργή της κοινωνίας όμως ήταν τέτοια, που τον ανάγκασε να φύγει με την οικογένεια του μόνιμα στο εξωτερικό. Το όνομα του κόμματος ήταν το αγαπημένο σημείο του Γιάννη σε αυτή την ιστορία. Γελούσε απίστευτα κάθε φορά που το άκουγε: "ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ". Επιβεβαίωνε το πόσο απίστευτο χιούμορ είχε ο κόσμος εκείνη την εποχή.
Άφησε το τάμπλετ, γύρισε στο πλάι και έκλεισε για λίγο τα μάτια να ξεκουραστεί.
Σκηνή ΙΙ
Ο Δημήτρης πετάγεται από το μαξιλάρι. Ο λαιμός του έχει στεγνώσει, αλλά νιώθει κάπως χαρούμενος. Σαν να χαμογελάει. Ίσως είναι το όνειρο που μόλις είδε. Το έχει ολόκληρο στο μυαλό του και σκέφτεται ότι δεν πρέπει να το ξεχάσει μέχρι το πρωί, να το διηγηθεί στη γυναίκα του.
Την κοιτάζει, κοιμάται σαν πουλάκι... Λογικό, ο μικρός δεν έχει κλείσει ακόμα ούτε τον πρώτο του μήνα σε αυτή τη ζωή. Την θέλει συνέχεια, όπου να 'ναι πάλι θα κλάψει, έρχεται η ώρα του για γάλα.
Σηκώνεται, πηγαίνει πάνω από την κούνια. Κοιτάζει τον μικρό...
"Άραγε όταν μεγαλώσει θα μοιάζει με το παιδί που είδα στο όνειρο;"
"Θα ακούει τη μουσική μου; Θα θέλει να μου μοιάζει;"
"Θα τον βαφτίσουμε όντως Γιάννη;"
Βγαίνει στο μπαλκόνι να κάνει ένα τσιγάρο. Αργεί να ξημερώσει. Ερημιά στο δρόμο. Το μάτι του καρφώνεται στη στάση απέναντι από την πολυκατοικία του. Κάτι του φαίνεται διαφορετικό από χθες. Κοιτάζει καλύτερο και με πικρό χαμόγελο καταλαβαίνει τη διαφορά. Μια διαφήμιση έχει προστεθεί στην μια πλευρά της στάσης. Προεκλογική περίοδος βλέπεις, για τις εκλογές που έρχονται. Η φάτσα του Κυριάκου Μητσοτάκη που θα διεκδικήσει δεύτερη θητεία, τον ενοχλεί. Τον αναγουλιάζει. Είναι και το όνειρο πολύ πρόσφατο και νιώθει να νευριάζει.
Μέχρι να επιστρέψει στο δωμάτιο νιώθει τα νεύρα του να υποχωρούν και την απογοήτευση να επικρατεί. Φτάνει πάνω από την κούνια. Κοιτάζει ξανά τον μικρό με στοργή.
"Συγνώμη που θα μεγαλώσεις σε αυτή τη χώρα γιε μου", ψιθυρίζει.
Ξαπλώνει πάλι και κλείνει τα μάτια όσο πιο σφιχτά μπορεί. Αν υπάρχει όντως θεός, ας του στείλει πάλι το ίδιο όνειρο με πριν.
Υπόκλιση....
ΑπάντησηΔιαγραφή